αναπνέω

[анапнэо] р. дышать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναπνέω" в других словарях:

  • ἀναπνέω — take breath pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic parad form) ἀναπνέω take breath pres subj act 1st sg ἀναπνέω take breath pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναπνέω — αναπνέω, ανέπνευσα και ανάπνευσα βλ. πίν. 42 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναπνέω — (Α ἀναπνέω και επικ. ἀμπνείω και ἀμπνύω 1. εισπνέω και εκπνέω αέρα με τους πνεύμονες, ανασαίνω 2. εισπνέω ή εκπνέω χωριστά βρίσκομαι στη ζωή, ζω 4. ευχαριστιέμαι με την αναπνοή, αναζωογονούμαι 5. ελαφρώνω από βάρη ή στενοχώριες, ανακουφίζομαι,… …   Dictionary of Greek

  • αναπνέω — ανάπνευσα 1. παίρνω αναπνοή, ανασαίνω: Στις μεγάλες πόλεις ο αέρας που αναπνέουν οι άνθρωποι δεν είναι καθαρός. 2. ανακουφίζομαι, ξαλαφρώνω: Άκουσα το νέο και ανάπνευσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναπνέῃ — ἀναπνέω take breath pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀναπνέω take breath pres ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres subj act 3rd sg (epic ionic) ἀναπνέω take breath pres subj mp 2nd sg ἀναπνέω take breath pres ind mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνεομένων — ἀναπνέω take breath pres part mp fem gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres part mp masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres part mp fem gen pl ἀναπνέω take breath pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνεῖ — ἀναπνέω take breath pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἀναπνέω take breath pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνεόμενον — ἀναπνέω take breath pres part mp masc acc sg (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres part mp neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres part mp masc acc sg ἀναπνέω take breath pres part mp neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνεόντων — ἀναπνέω take breath pres part act masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres imperat act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres part act masc/neut gen pl ἀναπνέω take breath pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπνέει — ἀναπνέω take breath pres ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) ἀναπνέω take breath pres ind mp 2nd sg (epic ionic) ἀναπνέω take breath pres ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.